Η Γένεση

H δεκαετία του 1950 ήταν μια περίοδος ιδιαίτερα οδυνηρή για την Ελλάδα. Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και για μια τετραετία οι Έλληνες πιάστηκαν σ’ ένα αλληλοσπαραγμό χωρίς προηγούμενο οι συνέπειες του οποίου οδήγησαν στην κατάρρευση της οικονομίας της χώρας, σε μεγάλη ανεργία, και φτώχεια του πληθυσμού, ιδιαίτερα των αγροτών και περισσότερο εκείνων που ζούσαν σε ορεινές περιοχές.

Η Αρκαδία ανέκαθεν ήταν ένας τόπος με περιορισμένες προοπτικές οικονομικής ευημερίας και προόδου των κατοίκων της. Είναι ένας τόπος εξαιρετικά όμορφος, με υπέροχα βουνά και δάση, με τρεχούμενα καθαρά νερά και με ανθρώπους εργατικούς και τίμιους.

ΌΜως αυτή η γεωγραφική διάρθρωση στερεί τον τόπο από πεδιάδες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις και καθιστά ανίκανο να στηρίξει μεγάλο πληθυσμό, με αποτέλεσμα, από τα παλιά χρόνια, οι Αρκάδες να αναζητούν την τύχη τους σε άλλα μέρη και σε άλλες χώρες.

Μεγάλος αριθμός των κατοίκων μετοίκησαν στην Αθήνα όπου λειτουργούν σοβαρές βιομηχανίες και βιοτεχνίες όπως για παράδειγμα η Χαλυβουργική. Είναι εταιρεία της οικογένειας Αγγελοπουλαίων από το Βλαχορράφτη της Γορτυνίας.

Ένας άλλος αριθμός Αρκάδων, ίσως μεγαλύτερος από αυτούς που μετοίκησαν εσωτερικά στην Ελλάδα, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες, αρχικά στην Αμερική και μεταπολεμικά στην Ευρώπη, Καναδά, Αυστραλία και όπου αλλού μποροσύσαν.

Από όλα τα μεταναστευτικά ρεύματα από την Αρκαδία εκείνο που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι αυτό που οδήγησε πολλούς Αρκάδες στην Πέμπτη Ήπειρο, την Αυστραλία.

Ο μεγάλος ξεσηκωμός άρχισε στην δεκαετία του ’50 και συνεχίστηκε με αυξανόμενο ρυθμό κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 για να κοπάσει, κάπως, στη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα.

Αρχικά οι πρώτοι προς Αυστραλία μετανάστες ήταν νέα παιδιά, οι περισσότεροι αγόρια σε νεαρίες ηλικίες, ως επί το πλείστον κάτω των 20 χρόνων. Η πλειονότητα δεν είχαν καθόλου ιδέα πού πήγαιναν, και τι καταστάσεις θα αντιμετώπιζαν.

Συμπτωματικό της νεαρής ηλικίας ήταν το γεγονός ότι όλοι σχεδόν στερούνταν κάποιας ειδικότητας, δεν μιλούσαν τη γλώσσα και το σπουδαιότερο ίσως ήταν η έλλειψη συγγενών και φίλων. ήταν με άλλα λόγια εντελώς μόνοι και θα έπρεπε να δημιουργήσουν καινούριες γνωριμίες και επαφές με άλλους μετανάστες.

Ως αγόρια στερούνταν και τις ικανότητες να μαγειρέψουν, να πλύνουν τα ρούχα τους, να σιδερώσουν και άλλα παρόμοια.

Ένα άλλο σημαντικότατο στοιχείο που προέτρεπε τους πρώτους μετανάστες να δημιουργήσουν συλλόγους και αδελφότητα ήταν η μεγάλη ανάγκη που αισθάνονταν να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Η ανάγκη της επικοινωνίας ώθησε πολλούς μετανάστες από τις διάφορες περιοχές της Ελλάδας να ιδρύσουν τους λεγόμενους εθνοτοπικούς συλλόγους, οι οποίοι φέρουν συνήθως το όνομα του τόπου της καταγωγής τους, πολλές φορές συνοδευόμενο από το όνομα κάποιου μεγάλου ήρωα ή κάποιου διακεκριμένου προσώπου της περιοχής τους.

Ο Παναρκαδικός Σύλλογος Μελβούρνης και Βικτωρίας “Ο Κολοκοτρώνης” ιδρύθηκε κάτω από αυτές τις συνθήκες με πρωταρχικούς σκοπούς την “προαγωγή των εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πνευματικών και πατριωτικών ενδιαφερόντων ανθρώπων που κατοικού΄ν στην πολιτεία της Βικτωρίας, αλλά έχουν γεννηθεί στην Αρκαδία της Ελλάδας, ή είναι απόγονοι ανθρώπων που έχουν γεννηθεί στην Αρκαδία…”

Έτσι προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 μια ομάδα Αρκάδων είχαν την καλή ιδέα να ιδρύσουν έναν παναρκαδικό σύλλογο ο οποίος θα ικανοποιούσε τις παραπάνω αναφερόμενες ανάγκες των Αρκάδων.

Η προετοιμασία ήταν μακρόχρονη και απαιτητική και γινόταν ακόμη δυσκολότερη γιατί τότε η έλλειψη επικοινωνίας επηρέαζε και καθυστερούσε όλες τις προσπάθειες της νεαρής μας παροικίας.

Το εργοστάσιο, ο σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, και το καφενείο “το Εθνικό” που βρισκόταν στο Lonsdale Street, που ήταν τότε και το κέντρο της δημιουργίας της ελληνικής κοινόηττας, αποτελούσαν και τα κέντρα επικοινωνίας των ελλήνων μεταναστών. Εδώ αντάμωναν τα σαββατοκύριακα, αντάλλαζαν νέα και δημιουργούσαν καινούριες γνωριμίες.

Εδώ έγιναν και οι πρώτες ζυμώσεις για την ίδρυση του Παναρκαδικού Συλλόγου, για να συνεχιστούν αργότερα στα σπίτια ή στα δωμάτια των πρωτεργατών γιατί εκείνα τα χρόνια τα περισσότερα παιδιά έμεναν – κατά τετράδες – σε μοναχικά δωμάτια μεγάλων κατοικιών.

Πρωτεργάτες στην ίδρυση του Παναρκαδικού ήταν πολλοί. Όλοι νέοι, φλεγόμενοι από την πατριωτική ευαισθησία, και μελαγχολική νοσταλγία που έκαιγε το στήθος τους κι έβαζε φτερά στους συλλογισμο΄πυς τους και δεν υπήρχε κανένα άλλο ιδανικό πέρα από την αγάπη για μια πατρίδα την οποία δεν ήθελαν ποτέ τους να αποχωριστούν, μήτε και να ξεχάσουν.

Στο “Εθνικό” στα μοναχικά δωμάτια, ακόμη και στις γωνιές των πιο γνωστών οδών της Μελβούρνης συναντιόνταν για να καλλιεργήσουν την ιδέα, την επιθυμία της διακώνισης του Αρκαδικού Ιδεώδους.

Έτσι μι αμέρα του Σεπτέμβρη, που η εποχή αυτή είναι άνοιξη για το νότιο ημισφαίριο, έγινε η πρώτη και ιδρυτική συνέλευση των Αρκάδων στο καφενείο Ορφέας που έκτοτε δεν υπάρχει, αλλά τότε βρισκόταν στο Bourke Street, στο κέντρο της Μελβούρνης ανέκρινε το καταστατικό και εξέλεξε το πρώτο διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου με πρόεδρο τον Λεωνίδα Αργυρόπουλο από τη Μάκρη (πρώην Μπολέτα) Γραμματέα τον Βασίλη Κυριακόπουλο από τον Άγιο Βασίλη και τον αείμνηστο Θεοχάρη (Χάρη) Τραχανά από την Τρίπολη.

Με αυτό τον τρόπο ιδρύθηκε ο Παναρκαδικός Σύλλογος Μελβ ούρνης “Ο Κολοκοτρώνης” ο οποίος έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στα δρώμενα της παροικίας μας εδώ στη Μελβούρνη, και να συμβάλλει εποικοδομητικά όχι μόνο στην ανάπτυξη και εξέλιξη της ομογένειας αλλά σημαντοκότερα, στην διαιώνιση του Αρκαδικού Ιδεώδους στις επόμενες γενιές των Αρκάδων που ζουν στη Μελβούρνη και μακριά από την Αρκαδία.

Στα πενήντα χρόνια που ακολούθησαν ο Παναρκαδικός Σύλλογος διοικήθηκε από 28 Συμβοούλια στα  οποία υπηρέτησαν 137 άτομα. Από αυτά 7 γυναίκες, δηλαδή ανδροκρατία στο έπακρον. Επίσης πέρασαν 15 Πρόεδροι, 24 Αντιπρόεδροι, 13 Γραμματείς, 18 Ταμίες και 13 Κοσμήτορες. Από τους 137 οι 26 αποδήμησαν, οι 18 μετοίκησαν, οι 7 αγνοούνται και οι 86 διαμένουν στη Μελβούρνη.

äéáðñåðÝóôåñïõò áãùíéóôÝò ôïõ 21. ÄåêáðÝíôå åôþí

Üöçóå ôç æùÞ ôçò Áëùíßóôéíáò êáé ðñïó÷þñçóå óôçí

ïìïóðïíäßá ðïõ åß÷å éäñýóåé ï Æá÷áñéÜò. Ôéò ðñþôåò

ìåãÜëåò ìÜ÷åò ôïõ ìå ôïõò Ôïýñêïõò ôéò Ýäùóå

âïçèþíôáò ôïí Áíäñïýôóï (ðáôÝñá ôïõ ÏäõóóÝá)

íá ðåñÜóåé ìå ôïõò 400 Üíäñåò ôïõ óôç ÓôåñåÜ. (Ï

Áíäñïýôóïò åß÷å êáôáöýãåé óôç âïÞèåéá ôïõ Ê. Êáé

ôïõ Æá÷áñéÜ (1792) üôáí ôïí åãêáôÝëåéøå, üðùò êáé

ôïí ËÜìðñï Êáôóþíç, ç ôóáñßíá Áéêáôåñßíç ´). Áðü

ôéò ìÜ÷åò áõôÝò ðïõ êñÜôçóáí óáñÜíôá ìÝñåò,

îå÷ùñßæåé êáé êáèéåñþíåôáé ç ìïñöÞ ôïõ Ê. ùò

ðïëåìéêïý çãÝôç.

Óôéò ðñþôåò ãñáììÝò èá îáíáâñåèåß üôáí ìåôÜ ôçí

êáôÜëçøç ôùí ÅðôáíÞóùí áðü ôïí ÍáðïëÝïíôá

(1797) ç åèíéêïáðåëåõèåñùôéêÞ êßíçóç èá åíôáèåß.

ÔåëéêÜ îåöåýãïíôáò ôïí êëïéü ôùí Ôïýñêùí óôçí

ÎåñïêåñðéíÞ, üðïõ êëåßóôçêå ýóôåñá áðü ðñïäïóßá

íôüðéùí ðñïåóôþí (7 Ìáñôßïõ 1805), êáôáöåýãåé

óôç ÆÜêõíèï ðïõ õðáãüôáí óôïí Éüíéï Ðïëéôåßá,

áðïññßðôåé ôçí ðñüôáóç ôïõ Ñþóïõ áîéùìáôéêïý

ÁíôñÝð íá äå÷èåß âïÞèåéá åðåéäÞ äåí äÝ÷åôáé ôïí üñï

ðïõ ôïõ èÝôåé (íá óõììåôÜó÷åé óôïí áãþíá ôùí

¢ããëùí, Ñþóùí êáé Ôïýñêùí êáôÜ ôçò

åðáíáóôáôéêÞò Ãáëëßáò) ãéáôß ôïí èåùñåß Üó÷åôï ðñïò

ôïí åëëçíéêü áðåëåõèåñùôéêü áãþíá, êáé åðéóôñÝöåé

Üðñáêôïò óôç ÌÜíç, üðïõ èá óõíáíôÞóåé ôï ìßóïò

êáé ôçí Ý÷èñá ôùí Ôïýñêùí, áëëÜ êáé íôüðéùí

ðñïåóôþí. Ç ïéêïãÝíåéÜ ôïõ áöïñßæåôáé áðü ôïí

ïéêïõìåíéêü ðáôñéÜñ÷ç. Ï Æá÷áñßáò Ý÷åé äïëïöïíçèåß.

Ôï 1806 ïëüêëçñç ó÷åäüí ç ïéêïãÝíåéÜ ôïõ

åîïíôþíåôáé (óêïôþíïíôáé 28 ðñùôïîáäÝëöéá ôïõ

êáé ï áäåëöüò ôïõ ÃéÜííçò ÆïñìðÜò) ýóôåñá áðü

ðñïäïóßá ôùí êáëïãÞñùí ôçò ìïíÞò Áéìõáëþí. Ï

ßäéïò óþèçêå åðåéäÞ äåí âñéóêüôáí óôï ìïíáóôÞñé.

Îáíáðçãáßíåé ôüôå óôç ÆÜêõíèï. Ôçí åðï÷Þ áõôÞ

ãíùñßæåôáé ìå ôïí Êáðïäßóôñéá êáé ìå ôïõò

áñìáôïëïýò Ìðüôóáñç, ÔæáâÝëá ê.á., ðïõ åß÷áí

êáôáöýãåé óôá ÅðôÜíçóá ãéá íá îåöýãïõí áðü ôïõò

äéùãìïýò ôïõ ÁëÞ ðáóÜ, óõíåñãÜæåôáé ìå ôïõò

áñìáôïëïýò ÃéÜííç ÓôáèÜ, Íßêï ÔóÜñá, Âëá÷Üâá,

Ôñá÷ßëá ê.á. êáé óõãêñïôïýí ôïí ðñþôï ðïëåìéêü

óôüëï ôùí ÅëëÞíùí áðü 70 ðëïßá, ï ïðïßïò åß÷å

óçìáíôéêÞ äñÜóç áðü ôï 1806 ùò ôï 1808, ç ïðïßá

üìùò Ýëçîå ýóôåñá áðü åðÝìâáóç ôïõ ðáôñéáñ÷åßïõ.

Åí óõíå÷åßá ï Ê. óõíåñãÜæåôáé óôåíÜ ìå ôïí Áëâáíü

ößëï ôïõ ÁëÞ ÖáñìÜêç êáé êáôáóôñþíïõí ó÷Ýäéá ãéá

ôçí áðåëåõèÝñùóç ôçò ÐåëïðïííÞóïõ. Ç

ðñïóðÜèåéá üìùò ìáôáéþíåôáé üôáí ôá ÅðôÜíçóá

ðåñíïýí óôçí áããëéêÞ êõñéáñ÷ßá (1809). Ìåôáîý

1810 1816 ï Ê. õðçñåôåß óôïí áããëéêü óôñáôü,

ìïñöþíåôáé üóï ìðïñåß êáëýôåñá êáé ìåëåôÜ ôçí

éóôïñßá ôçò ðáôñßäáò ôïõ. Ôï 1816 áðïôÜóóåôáé êáé

ãéá íá æÞóåé ãßíåôáé æùÝìðïñïò. Ôï 1818 ðñïó÷ùñåß

óôç ÖéëéêÞ Åôáéñåßá. Ãéá ðñþôç öïñÜ ôþñá, ýóôåñá

áðü ôñéÜíôá ÷ñüíéá êëÝöôéêçò æùÞò, óõíäÝåôáé ìå ôçí

ðáíåëëÞíéï ïñãÜíùóç ôïõ åèíéêïáðåëåõèåñùôéêïý

áãþíá. Ôñßá ÷ñüíéá áñãüôåñá öåýãåé áðü ôç ÆÜêõíèï

íôõìÝíïò êáëüãçñïò êáé åðéóôñÝöåé óôçí

Ðåëïðüííçóï ãéá í áíáëÜâåé ôïí îåóçêùìü ôçò

ÐåëïðïííÞóïõ.

Áðü ôïõò ðñþôïõò ìÞíåò ôçò åðáíáóôÜóåùò ï

Êïëïêïôñþíçò äéáêñßíåôáé ü÷é ìüíï ãéá ôçí

ðáëëçêáñéÜ ôïõ, áëëÜ êáé ãéá ôéò ìåãÜëåò

óôñáôéùôéêÝò ôïõ éêáíüôçôåò. Ðñþôç ìåãÜëç åðéôõ÷ßá

ôïõ Þôáí ç êáôÜëçøç ôçò ÊáëáìÜôáò (ÌÜñôéïò 1821)^

áêïëïýèçóáí êáôÜëçøç ôïõ Âáëôåôóßïõ (12 13

Ìáñôßïõ 1821) êáé ç Üëùóç ôçò Ôñéðüëåùò (23

Óåðôåìâñßïõ 1821. Ç ðñþôç åëëçíéêÞ êõâÝñíçóç ôïí

ïíïìÜæåé óôñáôçãü. ¸íá ÷ñüíï áñãüôåñá äéáóþæåé

ôçí åðáíÜóôáóç óõíôñßâïíôáò ôç ìåãÜëç óôñáôéÜ

ôïõ ÄñÜìáëç óôá ÄåñâåíÜêéá (25 – 27 Éïõëßïõ 1822),

äéïñßæåôáé áñ÷éóôñÜôçãïò üëùí ôùí åíüðëùí

äõíÜìåùí ôçò ÐåëïðïííÞóïõ êáé êáôáëáìâÜíåé ôï

Íáýðëéï (30 Íïåìâñßïõ 1822). Ðïëý óýíôïìá üìùò

ôéò ôéìçôéêÝò äéáêñßóåéò êáé ôç äüîá äéáäÝ÷ïíôáé ïé