National Anthem

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο Εθνικός Ποιητής της Ελλάδας, στο μεγάλο του ποίημα των 158 τετράστιχων στροφών, με τίτλο “Ύμνος στην Ελευθερίαν“, αφιερώνει μια ξεχωριστή ενότητα που αποτελείται από 40 στροφές, δηλαδή το ένα τέταρτο του ποιήματος, στην άλωση της Τριπολιτσάς.

Οι δύο πρώτοι στίχοι του ποιήματος αυτού καθιερώθηκαν αργότερα ως ο Εθνικός μας Ύμνος και κατέστησαν το Σολωμό τον κορυφαίο ποιητή της Επανάστασης και έναν από τους σημαντικότερους της Ελλάδας. Τη μελοποίηση του Ύμνου την έκανε ο Κερκυραίος, μουσουργός και φίλος του Σολωμού.

Ο Εθνικός Ύμνος

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία» γράφτηκε τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο και ένα χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-΄40), ο οποίος υπέβαλλε το έργο του στον βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).

Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του υπουργού Στρατιωτικών.

Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθως με Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον βασιλιά της Ελλάδας ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας.

Το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του «Ύμνου εις την Ελευθερία» τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 μέρη στο Λονδίνο το 1873, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συνθέτη του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, πρώην διευθυντής Μουσικού Σώματος, διασκεύασε τον «Εθνικό Ύμνο» για μπάντα, κι αυτή η μεταγραφή (από την οποία απουσιάζει η σύντομη εισαγωγή) παίζεται από τις στρατιωτικές μπάντες ως σήμερα. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840.

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές· από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Από αυτές μόνο οι δυο πρώτες είναι εκείνες που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».

Χρησιμοποιείται επίσης ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό

Διονύσιος. Ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, η κορυφαία έκφραση του νεοελληνικού λυρικού λόγου και μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του νεότερου ελληνισμού του 19ου αι.

Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1798 στη Ζάκυνθο και πέθανε το 1857 στην Κέρκυρα. Πατέρας του ήταν ο ηλικιωμένος κόντες Νικόλαος Σολωμός, ο οποίος ήταν επίσημα παντρεμένος με τη Μαρινέτα Κάκνη η οποία πέθανε το 1802 και από την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Ροβέρτο και την Ελένη. Παράλληλα όμως διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με την υπηρέτρια του σπιτιού τους Αγγελική Νίκλη η οποία ήταν τότε 16 χρονών. Από τη σχέση αυτή απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία αποκατέστησε ως “φυσικά” τέκνα του μόλις την προπαραμονή του θανάτου του (27 Φεβρουαρίου 1807), νομιμοποιώντας με γάμο το δεσμό του με την Αγγελική Νίκλη. Τα παιδιά αυτά ήταν ο Διονύσιος Σολωμός και ο μικρότερος αδελφός του Δημήτρης, που αργότερα έγινε πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας.

Στην παιδική του λοιπόν ηλικία ο Σολωμός δε γνώρισε τα συναισθήματα μειονεξίας του νόθου παιδιού, ενώ η λαϊκή καταγωγή της μητέρας του τον έδεσε συναισθηματικά με τον κόσμο της λαϊκής παράδοσης και μυθολογίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Λίγους μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του Αγγελική παντρεύτηκε τον Μανόλη Λεονταράκη. Τα πρώτα παιδικά χρόνια ο Διονύσιος τα πέρασε στη Ζάκυνθο έχοντας δασκάλους του τον Αντώνιο Μαρτελάο, ο οποίος του εμφύσησε τις φιλελεύθερες ιδέες και τη βαθύτατη θεοσέβεια που χαρακτηρίζουν το έργο του, και τον Ιταλό ιερωμένο Σάντο Ρόσσι, εξόριστο από την πατρίδα του Κρεμόνα λόγω των φιλελεύθερων ιδεών του, ο οποίος του δίδαξε την ιταλική γλώσσα.

Το 1808 όμως ο κηδεμόνας του Διονυσίου, κόμης Νικόλαος Μεσσάλας, για να τον απομακρύνει από την επίδραση της πληβείας μητέρας του, τον έστειλε μαζί με το δάσκαλό του Σάντο Ρόσσι να σπουδάσει στην Ιταλία. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα ιταλικής και λατινικής φιλολογίας στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης και αργότερα στο Γυμνάσιο της Κρεμόνας με καθηγητές τον Ρόσσι, τον Πίνι και τον ελληνιστή Μπελίνι. Ο Σολωμός αποφοίτησε από εκεί το 1815 και αμέσως γράφτηκε στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της Παβίας, από όπου πήρε το πτυχίο του δοκίμου το 1817. Στο διάστημα της παραμονής του στην Ιταλία, ο Σολωμός κινήθηκε ανάμεσα στην Παβία, την Κρεμόνα και το Μιλάνο, μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους της εποχής, γνώρισε αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης, όπως τον Τόρτι και τον Μαντσότι, και σχετίστηκε ιδιαίτερα με τον Μόντι, τον πιο φημισμένο Ιταλό ποιητή εκείνη την εποχή, πρύτανη των Ιταλών κλασικιστών. Μάλιστα διαφώνησε μαζί του σχετικά με την ερμηνεία ενός στίχου του Δάντη και στην οργισμένη φράση του Μόντι: “Δεν πρέπει να συλλογίζεται κανείς τόσο, πρέπει να αισθάνεται, να αισθάνεται”, ο κατά πολύ νεότερός του Σολωμός του απάντησε ήρεμα: “Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλαμβάνει ο νους και έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε”.

Η πάλη ανάμεσα στο νεοκλασικισμό και το ρομαντισμό καθώς και οι δημοκρατικές ιδέες και το γενικότερο φιλελεύθερο πνεύμα που επικρατούσαν τότε στην Ιταλία, άσκησαν μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Την ίδια εποχή έγραψε στην Ιταλία τα πρώτα του ποιήματα στα ιταλικά. Είναι το άσμα “Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ” και το “Ωδή για πρώτη λειτουργία”, καθώς και λίγα σονέτα. Χωρίς να προμηνύουν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, στα ποιήματα αυτά υπάρχουν σημάδια κάποιου πρώιμου ρομαντισμού. Όσον αφορά το γλωσσικό ζήτημα η άποψή του είναι ότι η παιδεία πρέπει να γίνει κτήμα όλων και να στηρίζεται στην εθνική γλώσσα.

Ζυμωμένος με αυτές τις φιλελεύθερες ιδέες και κάτοχος αξιόλογης φιλολογικής μόρφωσης, ο Σολωμός επέστρεψε στη Ζάκυνθο το 1818. Η θεωρητική του συγκρότηση, αν και ήταν μακριά από κάθε λόγια ελληνική παράδοση, ήταν ωστόσο πλούσια σε αισθητικές εμπειρίες και πιστή στην αξία των εθνικών παραδόσεων, της λαϊκής τέχνης και της λαϊκής γλώσσας. Στη μικρή πόλη της Ζακύνθου, που βρισκόταν κάτω από την προστασία της Αγγλίας, ο Σολωμός έγινε δεκτός σε μια συντροφιά πνευματικών ανθρώπων που και αυτοί είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό, όπως ο ποιητής και μετέπειτα συγγραφέας του “Βασιλικού” Αντώνιος Μάτεσης, ο κόμης Παύλος Μερκάτης, ο ποιητής Γεώργιος Τερτσέτης, ο γιατρός Διονύσιος Ταγιαπιέρας κ.ά. Στις συχνές συγκεντρώσεις τους τα μέλη της συντροφιάς διασκέδαζαν αυτοσχεδιάζοντας σονέτα στα ιταλικά σε δοσμένες από πριν καταλήξεις, κάτι στο οποίο διέπρεπε ο νεοαφιγμένος από την Ιταλία Σολωμός. Την ίδια περίοδο έγραψε και τα πρώτα του στιχουργήματα στην ελληνική γλώσσα, ενώ ενδιαφέρθηκε έντονα και για τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα της πατρίδας του. Το Φεβρουάριο του 1821 συνυπέγραψε σχετική αναφορά που συνέταξαν φιλελεύθεροι συμπολίτες του και την οποία υπέβαλαν στο βασιλιά Γεώργιο Δ΄ της Αγγλίας. Με την αναφορά αυτή στρέφονταν κατά της αγγλικής διοίκησης και του απολυταρχικού συντάγματος του 1817.

Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και γνωρίστηκε με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη στη Ζάκυνθο όπου ο τελευταίος ήρθε προκειμένου να υποδεχτεί το λόρδο Μπάιρον. Η συνάντηση αυτή υπήρξε σημαντική για την περαιτέρω πνευματική πορεία του Σολωμού. Κάτω από την παρότρυνση του Τρικούπη ο Σολωμός πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει οριστικά την ιταλική και να αρχίσει να εκφράζεται πια στη μητρική του γλώσσα. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του Τρικούπη: “Η Ελλάδα περιμένει τον Δάντη της” θέλοντας με αυτό τον τρόπο να δείξει στον Σολωμό ότι εκείνο που περίμενε η πατρίδα από αυτόν στην κρίσιμη αυτή στιγμή ήταν μια ποίηση ελληνική. Σε λιγότερο από μια βδομάδα από τη συνάντησή τους ο Σολωμός εξέπληξε τον Τρικούπη απαγγέλλοντάς του την “Ξανθούλα”, την οποία μόλις είχε συνθέσει στα ελληνικά.

Για το ποίημα “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”

Ο Σολωμός όμως δε σταμάτησε εκεί. Η Ελληνική Επανάσταση και ο τιτάνιος αγώνας των συμπατριωτών του για λευτεριά ενέπνευσαν στον Σολωμό τον “Ύμνο εις την Ελευθερία”.

στρ. 1

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βια μετράει τη γη.

στρ. 2

Απ` τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά.

Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα. Εκεί συνέχισε την ενασχόλησή του με την ποίηση και συνδέθηκε με το μουσουργό και φίλο του Νικόλαο Χαλικιόπουλο Μάντζαρο (1795-1873) που μελοποίησε και τις 158 στροφές του “Ύμνου εις την Ελευθερίαν”. Στην Κέρκυρα επίσης συνδέθηκε στενά με τον πολιτικό και συγγραφέα Ιάκωβο Πολυλά (1826-1898), από μεταφράσεις του οποίου γνώρισε αρκετά κείμενα γερμανικής φιλοσοφίας και ποίησης.

Ο Σολωμός παρέμεινε στην Κέρκυρα μέχρι το τέλος της ζωής του, εκτός από κάποια ταξίδια που έκανε στη Ζάκυνθο για οικογενειακούς λόγους. Το 1833 μια θλιβερή οικογενειακή περιπέτεια τάραξε την ησυχία και τα σχέδιά του. Ο ετεροθαλής αδελφός του Ιωάννης, πρωτότοκος γιος της μητέρας του Αγγελικής Νίκλη από το δεύτερο γάμο της με τον Μανόλη Λεονταράκη, θέλησε και αυτός να αναγνωριστεί γιος του Νικόλαου Σολωμού και να αποσπάσει την περιουσία που είχαν κληρονομήσει ο Διονύσιος και ο αδελφός του Δημήτριος από τον κόμη πατέρα τους. Τα δυο αδέλφια κατέθεσαν αίτηση αγωγής κατά του Ιωάννη Λεονταράκη το Νοέμβριο του 1833. Ο Σολωμός προκειμένου να κατοχυρώσει την πατρική περιουσία έγραψε το Νοέμβριο του 1835 τη διαθήκη του με την οποία άφηνε γενικό κληρονόμο του τον αδελφό του Δημήτρη. Η δικαστική διαμάχη με τον Ιωάννη Λεονταράκη διάρκεσε 5 χρόνια, από το 1833 έως το 1838. Η τελική απόφαση του δικαστηρίου δικαίωσε τον Σολωμό και τον αδελφό του Δημήτριο. Παρότι όμως ο Σολωμός κέρδισε τη δίκη, η καρδιά του έμεινε θανάσιμα πληγωμένη όπως μαρτυρεί ο φίλος και μαθητής του Ιάκωβος Πολυλάς

Ο τρόπος ζωής του Σολωμού μετά από αυτή τη θλιβερή περιπέτεια άλλαξε οριστικά. Ζούσε μόνο του μακριά από τα κοσμικά σαλόνια, τις πολιτικές αντιζηλίες και τις κομματικές διαμάχες των συμπατριωτών του. Μέσα στην “ησυχία του μικρού του δωματίου”, όπως χαρακτηριστικά λέει σε ένα γράμμα που έγραψε στο φίλο του Μαρκορά, ο Σολωμός συνέθεσε ή προσπάθησε να ολοκληρώσει το έργο του. Οι μόνοι με τους οποίους διατηρούσε επαφές ήταν λίγοι εκλεκτοί φίλοι, όπως ο Νικόλαος Μάντζαρος, ο Ιάκωβος Πολυλάς, ο Γεράσιμος Μαρκοράς, ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, ο Ι. Τυπάλδος κ.ά.

Στις 3 Φεβρουαρίου 1849, ύστερα από πρόταση του Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου, ο Όθωνας με βασιλικό διάταγμα παρασημοφόρησε τον Σολωμό με το Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Σωτήρα, γιατί με τον “Ύμνο” του ξεσήκωσε “ενθουσιασμόν κατά τον υπέρ της Εθνικής Ανεξαρτησίας Αγώνα”.

Η πεντάχρονη όμως δικαστική περιπέτεια επέδρασε καταλυτικά στο βαθύτατα ευαίσθητο χαρακτήρα του ποιητή και κλόνισε ανεπανόρθωτα την υγεία του. Στις 9/21 Φεβρουάριου 1857 σε ηλικία 59 χρόνων ο Σολωμός πέθανε στην Κέρκυρα ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια και επανειλημμένες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Ο θάνατός του, αν και όχι ξαφνικός, προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στα Επτάνησα. Η Βουλή των Ιονίων διέκοψε τις εργασίες της και κήρυξε πένθος και τα θέατρα έκλεισαν. Την κηδεία του που έγινε με εξαιρετική λαμπρότητα παρακολούθησε σύσσωμος ο λαός της Κέρκυρας. Εκφωνήθηκαν πολλοί επικήδειοι κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία ενώ πολλοί ανώνυμοι αφιέρωσαν ποιήματα στο θάνατο του εθνικού ποιητή. Το 1865 τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικά στο μικρό μαυσωλείο, στην ιστορική πλατεία του Αγίου Μάρκου, όπου ανεγέρθηκε μαρμάρινη προτομή και πολύ αργότερα, τον Ιανουάριο του 1968, τοποθετήθηκαν στον τάφο που βρίσκεται στην ίδια αίθουσα με τον τάφο του Κάλβου, στο Μουσείο του Σολωμού και των άλλων επιφανών Ζακύνθιων.

Στο διάστημα της παραμονής του στην Ιταλία ο Σολωμός έγραψε τα πρώτα του ιταλικά ποιήματα με θρησκευτικό περιεχόμενο. Ήταν τα ποιήματα “Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ” και “Ωδή για πρώτη λειτουργία”. Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο όπου έγραψε μια σειρά από σονέτα διασκεδάζοντας με τη συντροφιά του. Μερικά από αυτά τύπωσε στην Κέρκυρα ο φίλος του Λουδοβίκος Στράνης με τον τίτλο “Αυτοσχέδιες ρίμες” (1822). Την περίοδο 1818-1823 άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα στην ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για μια σειρά λυρικών ποιημάτων που ήταν απλά στη μορφή. Θα έλεγε κανείς πως ο Σολωμός την περίοδο αυτή ψάχνει να βρει το δρόμο του. Τα ποιήματα αυτά είναι ειδυλλιακής ή συχνότερα ελεγειακής μορφής, όπως “Ο θάνατος του βοσκού”, “Ο θάνατος της ορφανής”, “Ευρυκόμη”, ενώ άλλα δείχνουν μια επίδραση του νέου ρομαντικού κινήματος, ιδίως τα ποιήματα που έχουν ως θέμα τους το παιδί και το θάνατο. Τα πιο αντιπροσωπευτικά από αυτά είναι το ποίημα “Τρελή μάνα”, που έχει τον υπότιτλο “Το κοιμητήριο”. Δειλά δειλά αρχίζει την περίοδο αυτή να προβάλλει η γυναικεία μορφή, ένα θέμα μόνιμο και βασικό σε όλη την ποίηση του Σολωμού, που υπάρχει στα δύο από τα πιο ώριμα ποιήματα της πενταετίας (1818-1823), την “Ξανθούλα” και την “Αγνώριστη”. Στην ίδια περίοδο εντάσσονται και οι μεταφράσεις λυρικών κειμένων του Πετράρχη “Ωδή”, του Σαίξπηρ “Μίμηση του τραγουδιού της Δεισδαιμόνας από τον Οθέλο” και του Μεταστάσιου “Η άνοιξη, το καλοκαίρι”. Τα περισσότερα από αυτά τα νεανικά ποιήματα είναι γραμμένα σε μικρούς ευλύγιστους στίχους, τροχαϊκούς ή ιαμβικούς που θυμίζουν την ιταλική αλλά πολλές φορές και τη φαναριώτικη στιχουργία και αποτελούν απηχήσεις του αρκαδισμού και ανακρεοντισμού των άμεσων προγόνων του, του Χριστόπουλου και του Βηλαρά.

Η δεκαετία που ακολουθεί, 1823-1833, αποτελεί την πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδο του έργου του. Η ωριμότητα, η πνευματική συγκρότηση και η βασανιστική επεξεργασία του στίχου αντικαθιστούν την αυθόρμητη έμπνευση. Η πρόοδος του Σολωμού στη γλώσσα μοιάζει απίστευτη. Η επανάσταση του 1821 και ο πόθος του λαού για ελευθερία τον συγκλονίζουν. Μέσα σε ένα μήνα, το Μάιο του 1823, καθισμένος στο λόφο Στράνη της Ζακύνθου και έχοντας απέναντί του το Μεσολόγγι και τους πολιορκημένους του, έγραψε τις 158 στροφές του “Ύμνου εις την Ελευθερίαν”. Πρόκειται για ένα ποίημα πηγαίο, ορμητικό και νεανικό που καθιέρωσε αμέσως τον 25χρονο Σολωμό. Στις 158 τετράστιχες στροφές, που αποτελούνται από οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους τροχαϊκούς ομοιοκατάληκτους στίχους, δεν υπάρχει ούτε μια ιταλική λέξη από αυτές που αφθονούσαν στην επτανησιακή διάλεκτο. Σε όλο το ποίημα κυριαρχεί η Ελευθερία, μια μορφή ποιητική και αλληγορική που ταυτίζεται με την Ελλάδα. Στο προοίμιο δίνονται οι προηγούμενες κακουχίες του σκλαβωμένου έθνους και τονίζεται η δύναμη της ελευθερίας στους δύο πρώτους στίχους. Στη συνέχεια περιγράφονται τα κατορθώματά της που δεν είναι άλλα από τις μέχρι τότε επιτυχίες του αγώνα των Ελλήνων για τη λευτεριά, όπως η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς και η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Ακολουθεί η περιγραφή της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, τα Χριστούγεννα του 1822, η πανωλεθρία των Τούρκων στον Αχελώο ποταμό που επακολούθησε και γίνεται επίσης αναφορά στη θανάτωση του πατριάρχη. Στη συνέχεια ο τόνος πέφτει, κυρίως όταν ο ποιητής δίνει συμβουλές στους Έλληνες για ομόνοια και όταν απευθύνει έκκληση στους ξένους μονάρχες να ενισχύσουν τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Στο στίχο 9 τα λόγια του Σολωμού θυμίζουν τον Ρήγα Φεραίο που έλεγε: “Μην ελπίσωμεν εις ξένους, αλλά μόνον εις ανδρείαν και Ελλήνων την καρδίαν η Πατρίς να λυτρωθεί”. Σε ολόκληρο το ποίημα προβάλλεται το τρίπτυχο Ελευθερία-Ελλάδα-Θρησκεία. Η φωνή του Σολωμού βγαίνει μέσα από την αγάπη της φυλής και την ιστορική περηφάνια. Ο ρυθμός είναι γοργός, τα ιστορικά γεγονότα αναπαριστάνονται ζωντανά, ενώ οι εικόνες φρίκης εναλλάσσονται με ειδυλλιακές:

στρ. 72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

και κυλάει στην λαγκαδιά

και τ` αθώο το χόρτο πίνει,

αίμα αντίς για τη δροσιά.

στρ. 84

Στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η απήχηση που είχε το ποίημα ήταν μεγάλη. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος. Το 1825 με τη φροντίδα του φίλου του Σολωμού Σπυρίδωνα Τρικούπη τυπώθηκε στο Μεσολόγγι που είχε αρχίσει να πολιορκείται από τον Ιμπραήμ και αντίτυπά του μοιράστηκαν σε όλη την επαναστατημένη χώρα. Στις 21 Οκτωβρίου 1825 δημοσιεύτηκε κριτική ανάλυση του “Ύμνου” στη “Γενική Εφημερίδα” του Ναυπλίου. Το 1844 ο μουσουργός Νικόλαος Μάντζαρος αφιέρωσε στο βασιλιά Όθωνα τη μελοποίηση του “Ύμνου” και τον Ιούλιο του 1865 με βασιλικό διάταγμα οι δύο πρώτες στροφές του, μελοποιημένες από τον Μάντζαρο, καθιερώθηκαν ως Ύμνος του Έθνους και του Βασιλέως. Τέλος το 1873 δημοσιεύτηκε στο Λονδίνο το κείμενο μαζί με τη μουσική του ύμνου με έξοδα των ομογενών και τυπωμένο στο τυπογραφείο Clayton.

Την ίδια εποχή με τον “Ύμνο” ο Σολωμός έγραψε ένα ελεγειακό ποίημα “Εις Μάρκον Μπότσαρην”, εμπνευσμένο από το θάνατο του ήρωα στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου στις 10 Αυγούστου 1823. Ένα άλλο έργο του, ανάλογο με τον “Ύμνο”, είναι το λυρικό ποίημα “Ωδή εις τον θάνατο του Λόρδου Μπάιρον” που κατόρθωσε να το ολοκληρώσει το 1824. Αποτελείται από 166 τετράστιχες στροφές και είναι γραμμένο στο ίδιο μέτρο και πάνω στα ίδια σχεδόν θέματα με τον “Ύμνο”. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις συνεχείς παρεκβάσεις που αφορούν τα οικογενειακά του Μπάιρον, όπως και κάποια γλωσσική ακαταστασία, μειώνουν τη λογοτεχνική του αξία και το κάνουν ένα αδύνατο αντίγραφο του “Ύμνου”.

Ο Σολωμός πέθανε το 1857 σε ηλικία 59 χρόνων. Την ώρα του θανάτου του οι σύγχρονοί του δεν ήξεραν τίποτε από την υψηλή ποίηση των ώριμων χρόνων του που την αποτελούσαν ο “Κρητικός”, οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, ο “Πόρφυρας” κ.ά. Γι` αυτούς ήταν ο εθνικός ποιητής του “Ύμνου εις την Ελευθερίαν” και ο δημιουργός της “Ξανθούλας”, της “Αγνώριστης” και της “Φαρμακωμένης” που μελοποιήθηκαν από Ζακυνθινούς κανταδόρους ή από φημισμένους μουσουργούς όπως ο Νικόλαος Μάντζαρος, ο Παριζίνι και ο Γεώργιος Λαμπίδης. Μάλιστα όταν δύο χρόνια μετά το θάνατό του (1859), ο επιστήθιος φίλος του και κυριότερος κριτικός του έργου του, Ιάκωβος Πολυλάς, δημοσίευσε τα “Ευρισκόμενα” του Σολωμού, συνοδεύοντας την έκδοση με τα πολυσήμαντα “Προλεγόμενά” του, μεγάλη απογοήτευση κατέλαβε τους θαυμαστές του εξαιτίας του αποσπασματικού χαρακτήρα του έργου και του δυσκολονόητου περιεχομένου των μεγάλων του συνθέσεων. Δημιουργήθηκε η πίστη πως υπήρχαν ακέραια ποιήματα από τα οποία ο ποιητής έδινε μόνο αποσπάσματα ή πως είχε αφήσει πολύ περισσότερα και τελειότερα έργα από αυτά που είχαν βρεθεί. Ύστερα από χρόνια διαπιστώθηκε πως ο Σολωμός δεν άφησε κανένα άλλο έργο. Οι μελέτες εξάλλου άξιων κριτικών της λογοτεχνίας, όπως του Καλοσγούρου και του Παλαμά και κυρίως η συστηματική μελέτη του έργου του από διαπρεπείς φιλολόγους όπως ο Γ. Αποστολάκης, ο Λίνος Πολίτης και ο Ε. Κριαράς, αποκατέστησαν την αξία του σολωμικού έργου και το τοποθέτησαν στη θέση που του αξίζει.

Η νεότερη κριτική και έρευνα, εκτός από το έργο του προσέγγισε και την ανθρώπινη πλευρά του ποιητή, κυρίως στο θέμα της διαμάχης με τους οικείους του και της μη ενεργού συμμετοχής του στον Αγώνα που αποδόθηκε στην ιδιοσυγκρασία του και ερμήνευσαν την απόφασή του να μην επισκεφθεί την απελευθερωμένη Ελλάδα ως αποτέλεσμα του φόβου του μήπως τη βρει διαφορετική από εκείνη που είχε οικοδομήσει στην ψυχή του.

Πολλά από τα ποιήματα και τα αποσπάσματα από τις μεγάλες του συνθέσεις εξακολουθούν και σήμερα να είναι επίκαιρα χάρη στη μουσική με την οποία τα “έντυσαν” νεότεροι συνθέτες όπως οι Μανόλης Καλομοίρης, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος κ.ά. Η ζωή εξάλλου και το έργο του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για νεότερους δημιουργούς όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (“Ρηγγίνα Λέζα”), ο Δ. Ρώμας και η Μαριέτα Γιαννοπούλου (“Διονύσης Σολωμός”), ενώ ο Γ. Ρούσσος έγραψε ένα εκτενές θεατρικό έργο που ανέβηκε στο Μετροπόλιταν το 1969 με τίτλο “Τα Μεγάλα Χρόνια”.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση ή το θάνατό του εκδόθηκαν ειδικά αφιερώματα όπως “Δ. Σολωμού… Πανηγυρικόν τεύχος εκατονταετηρίδος”, Εν Αθήναις 1903, Νέα Εστία, διοργανώθηκαν ειδικές εκθέσεις όπως αυτή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών με διευθυντή τον Μερλέ το 1957, καθώς και ειδικά συνέδρια όπως το Δ΄ Πανιώνιο Συνέδριο. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάστηκαν καινούριες μελέτες και διατυπώθηκαν νέες απόψεις πάνω στο σολωμικό έργο, πράγμα που δείχνει πως ο Σολωμός δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται στο επίκεντρο της νεοελληνικής φιλολογικής επιστήμης.

Πηγή – Live-Paedia, November 2010

Ο Εθνικός Ύμνος ολόκληρος